απαρχή


απαρχή
[апархи] οοσ. в. начало,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απαρχή" в других словарях:

  • ἀπαρχῇ — ἀπαρχή beginning of a sacrifice fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαρχή — beginning of a sacrifice fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απαρχή — η (AM ἀπαρχή) αρχή, έναρξη αρχ. μσν. (ιδίως στον πληθ.) 1. έναρξη θυσίας, η πρώτη προσφορά, η προσφορά των πρώτων καρπών της συγκομιδής 2. συμπόσιο 3. το πρώτο και καλύτερο μέρος κάθε πράγματος …   Dictionary of Greek

  • απαρχή — η 1. αρχή, έναρξη: Η διάσπαση του ατόμου θεωρείται ως η απαρχή μιας καινούριας εποχής. 2. κυρίως στον πληθ., απαρχές οι πρώτοι διαλεχτοί καρποί που προσφέρονταν στην αρχαιότητα στους θεούς: Στη Δήμητρα και την Κόρη πρόσφερναν τις απαρχές των… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπάρχη — ἀπάρχης official masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάρχῃ — ἀπάρχης official masc dat sg (attic epic ionic) ἀπάρχω lead the way pres subj mp 2nd sg ἀπάρχω lead the way pres ind mp 2nd sg ἀπάρχω lead the way pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαρχῆι — ἀπαρχῇ , ἀπαρχή beginning of a sacrifice fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαρχαῖς — ἀπαρχή beginning of a sacrifice fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαρχαί — ἀπαρχή beginning of a sacrifice fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαρχῆς — ἀπαρχή beginning of a sacrifice fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)